Η Ψευδαίσθηση του Ελέγχου και η Καταφυγή στη Φαντασία: Οι Ρόλοι του Ελεγκτή και του Δραπετη
Πώς μεταμορφώνεται ο τρόμος της απώλειας ελέγχου σε ψυχαναγκαστική κυριαρχία ή απόλυτη φυγή; Στο παρακάτω είμενο θα δούμε τους μηχανισμούς επιβίωσης απέναντι στο αναπτυξιακό τραύμα, θέτοντας στο μικροσκόπιο δύο αντίθετες όψεις του ίδιου φόβου: τον Ελεγκτή (Controller) και τον Δραπέτη (Escapist). Πώς η παιδική ανασφάλεια μετατρέπεται στην ενηλικίωση σε υπερέλεγχο, εμμονή για τελειότητα ή συστηματική συναισθηματική αποσύνδεση και εθιστική διαφυγή; Πώς μπορούμε να αφοπλισουμε αυτές τις άμυνες, και να δημιουργήσουμε εσωτερική ασφάλεια και αυθεντική σύνδεση με τον εαυτό μας και τους άλλους;
Όταν το σπίτι παύει να είναι καταφύγιο, το παιδί κάνει μια ασυνείδητη συμφωνία για να επιβιώσει: σώζει τη σχέση με τους γονείς του, θυσιάζοντας τον ίδιο του τον εαυτό. Όπως εξηγεί η Alice Miller (1979), ο φόβος της εγκατάλειψης το αναγκάζει να μισήσει τις δικές του ανάγκες αντί για τους ανθρώπους που το παραμελούν. Μπροστά στο χάος και την αβεβαιότητα, η ψυχή επιστρατεύει δύο διαφορετικά όπλα. Ο Ελεγκτής προσπαθεί να κουμαντάρει τα πάντα γύρω του για να μην ξαναπαγιδευτεί στην απειλή, ενώ ο Δραπέτης εξαφανίζεται στον δικό του εσωτερικό κόσμο, για να μην νιώσει το βάρος της πραγματικότητας. Δύο διαφορετικοί δρόμοι, η ίδια ακριβώς ανάγκη: να γλιτώσουν από τον πόνο.
Ο ρόλος του Ελεγκτή γεννιέται μέσα από την ανάγκη του παιδιού να αντιμετωπίσει ένα περιβάλλον που βιώνεται ως ασταθές, χαοτικό ή απρόβλεπτο. Το παιδί γίνεται ο Ελεγκτής της ζωής του, αναπτύσσοντας μια ψευδαίσθηση παντοδυναμίας για να αντισταθμίσει την απόλυτη και τρομακτική έλλειψη ελέγχου που νιώθει μέσα του. Σύμφωνα με τη Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία (Beck, 2011), ο Ελεγκτής ενήλικας δυσκολεύεται βαθιά να εμπιστευτεί τους άλλους, καθώς στην παιδική του ηλικία η εμπιστοσύνη ισοδυναμούσε με επικίνδυνη έκθεση στον κίνδυνο και την προδοσία. Η ανάγκη του να διατηρεί τον απόλυτο έλεγχο στις σχέσεις, στο πρόγραμμα και στα συναισθήματα των γύρω του δεν πηγάζει από κακία, αλλά από έναν διαρκή, ασυνείδητο φόβο ότι, αν χαλαρώσει τις άμυνές του, η ζωή του θα καταρρεύσει ξανά.
Στην αντίπερα όχθη, το παιδί που επιλέγει τον ρόλο του Δραπέτη ακολουθεί έναν διαφορετικό δρόμο για να προστατεύσει τον ευάλωτο εαυτό του. Αντί να προσπαθήσει να επιβληθεί στο περιβάλλον, αποσύρεται σιωπηλά από αυτό, καταφεύγοντας σε πλούσιους κόσμους φαντασίας, στα βιβλία, στα παιχνίδια ή, αργότερα στην ενηλικίωση, σε διάφορες μορφές εξαρτήσεων (Van der Kolk, 2014). Στο πλαίσιο της Θεωρίας του Δεσμού (Bowlby, 1982), ο Δραπέτης χρησιμοποιεί το μηχανισμό της διάσπασης (dissociation) ως μια συναισθηματική ασπίδα ενάντια σε μια πραγματικότητα που είναι υπερβολικά βαριά, κρύα ή απειλητική για να την αντέξει. Η απόδραση από το παρόν γινεται το μοναδικό ασφαλές καταφύγιο, όπου η ψυχή του μπορεί να αναπνεύσει χωρίς να πληγωθεί.
Όταν αυτά τα παιδιά μεγαλώνουν, οι αμυντικοί αυτοί μηχανισμοί δεν εξαφανίζονται, αλλά μεταφέρονται στις ενήλικες σχέσεις, δημιουργώντας συχνά αδιέξοδα. Η νευροβιολογία του τραύματος αποκαλύπτει ότι το νευρικό σύστημα του Ελεγκτή βρίσκεται εγκλωβισμένο σε μια κατάσταση διαρκούς υπερεγρήγορσης (hyperarousal), ενώ του Δραπέτη σε μια κατάσταση υποεγρήγορσης και συναισθηματικού παγώματος (hypoarousal) (Porges, 2011). Ο Ελεγκτής προσπαθεί να διαχειριστεί το άγχος του μέσα από τη μικροδιαχείριση και την τελειομανία, ενώ ο Δραπέτης εξαφανίζεται συναισθηματικά ή σωματικά μόλις εμφανιστεί η πρώτη σύγκρουση, αφήνοντας τους γύρω του με ένα βαθύ αίσθημα ματαίωσης (Mikulincer & Shaver, 2016).
Εδώ χρειάζεται να ταλάβουμε πως αυτοί οι ρόλοι αναγνωρίζονται ως τρόποι προσαρμογής που σχεδιάστηκαν για να προστατεύσουν το πληγωμένο εσωτερικό παιδί (Young et al., 2003). Τόσο ο έλεγχος όσο και η διαφυγή αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: του βαθύτατου τρόμου για την ευαλωτότητα. Ο Ελεγκτής φοβάται ότι αν δείξει την αδυναμία του θα χειραγωγηθεί ή θα εγκαταλειφθεί, ενώ ο Δραπέτης φοβάται ότι αν παρουσιαστεί αυθεντικά στην πραγματικότητα θα συντριβεί από τις απαιτήσεις των άλλων (Ogden et al., 2006). Έτσι, και οι δύο καταλήγουν να ζουν σε μια συναισθηματική απομόνωση, εμποδίζοντας την αληθινή εγγύτητα που στην πραγματικότητα τόσο πολύ λαχταρούν.
Ο Rogers (1961) επισημαίνει ότι η θεραπεία και η εξέλιξη ξεκινούν μόνο όταν το άτομο νιώσει αρκετή ασφάλεια ώστε να χαμηλώσει τις άμυνές του. Η αποδέσμευση από τους ρόλους του Ελεγκτή και του Δραπέτη δεν σημαίνει ότι απορρίπτουμε αυτούς τους μηχανισμούς, αλλά ότι τους ευχαριστούμε για τις υπηρεσίες που μας προσέφεραν όταν είμασταν παιδιά. Η ψυχοθεραπευτική διαδικασία βοηθά το άτομο να συνειδητοποιήσει ότι οι συνθήκες του παρελθόντος δεν ορίζουν πλέον το παρόν (Schore, 2012). Ο ενήλικας διαθέτει πλέον την εσωτερική δύναμη, τη σοφία και τις επιλογές να προστατεύσει τον εαυτό του χωρίς να χρειάζεται να ελέγχει τα πάντα ή να τρέχει μακριά.
Η επιστροφή στην εσωτερική γαλήνη και την αυθεντική σύνδεση επιτυγχάνεται σταδιακά μέσα από την καλλιέργεια της αυτο-συμπόνιας και της συνειδητής επαφής με τον εαυτό (Neff, 2011). Η εκμάθηση της παραμονής στο «εδώ και τώρα» επιτρέπει στο νευρικό μας σύστημα να χαλαρώσει και να αποδεχτεί την αβεβαιότητα της ζωής χωρίς πανικό. Ο Ελεγκτής ανακαλύπτει τη λυτρωτική ομορφιά της εμπιστοσύνης και της παράδοσης, ενώ ο Δραπέτης βρίσκει τη δύναμη να πατήσει σταθερά στη γη και να βιώσει την πραγματικότητα με θάρρος (Dana, 2018). Σταματώντας να είμαστε όμηροι των παλιών μας ρόλων επιβίωσης, ανοίγουμε επιτέλους την πόρτα σε μια αγάπη που δεν μας εξαντλεί, αλλά μας λυτρώνει.
Από καρδιάς...

Beck, J. S. (2011). Cognitive behavior therapy: Basics and beyond (2nd ed.). Guilford Press.
Bowlby, J. (1982). Attachment and loss: Vol. 1. Attachment (2nd ed.). Basic Books.
Dana, D. (2018). The Polyvagal Theory in therapy: Engaging the rhythm of regulation. W. W. Norton & Company.
Herman, J. L. (2015). Trauma and recovery: The aftermath of violence--from domestic abuse to political terror. Basic Books.
Mikulincer, M., & Shaver, P. R. (2016). Attachment in adulthood: Structure, dynamics, and change (2nd ed.). Guilford Press.
Miller, A. (1979). The drama of the gifted child: The search for the true self. Basic Books.
Neff, K. D. (2011). Self-compassion: An alternative conceptualization of a healthy attitude toward oneself. Self and Identity, 2(2), 85-101.
Ogden, P., Minton, K., & Pain, C. (2006). Trauma and the body: A sensorimotor approach to psychotherapy. W. W. Norton & Company.
Porges, S. W. (2011). The Polyvagal Theory: Neurophysiological foundations of emotions, attachment, communication, and self-regulation. W. W. Norton & Company.
Rogers, C. R. (1961). On becoming a person: A therapist's view of psychotherapy. Houghton Mifflin.
Schore, A. N. (2012). The science of the art of psychotherapy. W. W. Norton & Company.
Siegel, D. J. (2020). The developing mind: How relationships and the brain interact to shape who we are (3rd ed.). Guilford Press.
Van der Kolk, B. A. (2014). The body keeps the score: Brain, mind, and body in the healing of trauma. Viking.
Winnicott, D. W. (1965). The maturational processes and the facilitating environment: Studies in the theory of emotional development. International Universities Press.
Young, J. E., Klosko, J. S., & Weishaar, M. E. (2003). Schema therapy: A practitioner's guide. Guilford Press.
#ΠαιδικόΤραύμα #Controller #Escapist #ΜηχανισμοίΆμυνας #Διάσπαση #ΨυχολογίαΣχέσεων #ΘεωρίαΔεσμού #Αυτογνωσία #ΨυχικήΥγεία #ΣυναισθηματικήΘεραπεία
Disclaimer: Το παρόν άρθρο παρέχεται αποκλειστικά για ενημερωτικούς και εκπαιδευτικούς σκοπούς και δεν συνιστά ψυχολογική ή ιατρική γνωμάτευση, διάγνωση ή θεραπευτική παρέμβαση. Το περιεχόμενο δεν υποκαθιστά την εξατομικευμένη αξιολόγηση και υποστήριξη από επαγγελματία ψυχικής υγείας. Παρότι καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια για την ακρίβεια και εγκυρότητα των πληροφοριών, ο δημιουργός του παρόντος δεν φέρει ευθύνη για οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση ζημία προκύψει από τη χρήση ή την ερμηνεία του περιεχομένου. Η αξιοποίηση των πληροφοριών γίνεται με αποκλειστική ευθύνη του αναγνώστη.